Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Αγίου Χαραλάμπους Παιανίας

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Αγίου Χαραλάμπους Παιανίας

 

Ξυλόστεγη μεταβυζαντινή βασιλική με τρεις κόγχες και παρεκκλήσιο νοτίως του Αγίου Χαραλάμπους. Διατηρεί σε καλή κατάσταση τοιχογραφίες του 1800 και νεώτερες επιζωγραφισμένες. Πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στις 10 Φεβρουαρίου του Αγίου Χαραλάμπους.

Γενικά
Η Κοίμηση της Θεοτόκου βρίσκεται στα νοτιοανατολικά άκρα της Παιανίας, στην οδό Ανέστη Ιωάννου, προς το τέλος της οδού Αττικής, πολύ κοντά στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Ο ναός βρίσκεται μέσα σε ένα περιτειχισμένο περίβολο, με αραιά δενδροφύτευση, και μια υπεραιωνόβια ελιά. Η περιβάλλουσα περιοχή ήταν σχετικά αραιοκατοικημένη, όμως πρόσφατα άρχισαν να πυκνώνουν νεόδμητες μετανεωτερικές οικοδομές.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αποτελεί ένα τυπικό παράδειγμα ναού λαϊκής αρχιτεκτονικής κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, που χαρακτηρίζονται από την ταπείνωση του δαπέδου, τα μικρά ανοίγματα, τη χρήση παλαιών υλικών σε δεύτερη χρήση (spolia) και από την άγνοια της βυζαντινής αρχιτεκτονικής (1). Χαρακτηριστικό του ναού είναι η μεγάλη δίρριχτη στέγη που δεσπόζει εξωτερικά και προσδίδει χαμηλές αναλογίες στο ναό προσεγγίζοντας την ανθρώπινη κλίμακα ενώ εσωτερικά η αίσθηση είναι διαφορετική καθόσον το ύψος αυξάνεται λίγο λόγω της υψομετρικής διαφοράς του δαπέδου από το φυσικό έδαφος και το πλάτος μειώνεται επειδή το παρεκκλήσι νοτίως είναι διαχωρισμένο από τον υπόλοιπο ναό.

Ο ναός της Παναγίας παλιότερα ήταν εξ’ ολοκλήρου επιχρισμένος και ασβεστωμένος ενώ σήμερα το επίχρισμα έχει αφαιρεθεί και έχει αποκαλυφθεί η τοιχοποιία του ναού.

Περιγραφή του Ναού
Ο ναός χωρίζεται εσωτερικά σε δύο ενότητες, τον κυρίως ναό και ένα παρεκκλήσι στη νότια πλευρά. Εξωτερικά η ενιαία δικλινής στέγη ενοποιεί τα δύο τμήματα και ο ναός καταλήγει ανατολικά σε τρεις ημιεξαγωνικές αψίδες ιερών, που τον χαρακτηρίζουν σαν τρισυπόστατο. Από τις τρεις αψίδες μεγαλύτερη είναι η κεντρική αψίδα που είναι αφιερωμένη στην Παναγία ενώ η νότια κόγχη που αντιστοιχεί στο παρεκκλήσι είναι αφιερωμένη στον Άγιο Χαράλαμπο. Η βόρεια κόγχη αφιερωμένη στην Υπαπαντή του Χριστού χρησιμοποιείται σήμερα σαν Πρόθεση.

Η ύπαρξη του παρεκκλησιού δημιουργεί δυσκολίες στην τυπολογική κατάταξη, καθόσον ο ναός παρουσιάζεται σύνθετος. Πιθανότατα πρόκειται για μια αρχική αυτοτελή ξυλόστεγη δίκλιτη βασιλική των χρόνων της τουρκοκρατίας και ένα παρεκκλήσι, μεταγενέστερο του υπόλοιπου ναού, χωρίς όμως να αποκλείεται και η ταυτόχρονη δόμηση του παρεκκλησίου με τον υπόλοιπο ναό. Ο τύπος της δίκλιτης βασιλικής στα μεταβυζαντινά χρόνια υπάρχει στα Μεσόγεια και στην Παναγία Μεσοσπορίτισσα στον Έλυμπο Καλυβίων, στην Αγία Παρασκευή στην Παιανία και την Αγία Τριάδα στο Μαρκόπουλο.

Οι διαστάσεις του κυρίως ναού είναι 7.80 x 9.95 μ., ενώ το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους υποχωρεί κατά 2.65 μ. από τη γραμμή της πρόσοψης και έχει διαστάσεις 3.15 x 7.30 μ.

Όσον αφορά τη χρονολόγηση του ναού, σε επιγραφή που υπάρχει στην Ωραία Πύλη αναφέρεται : «Ανηγέρθη και ανιστορήθη ο Θείος Ναός της Υπεραγίας Θεοτόκου δια συνδρομής των κατοικούντων εν τη Κώμη ταύτη – 1803», δίνοντας το έτος που αποτελεί τη νεώτερη δυνατή χρονική τοποθέτηση του κτίσματος (1).

Στο ναό, κυρίως στο εσωτερικό του, υπάρχουν αρκετά αρχιτεκτονικά μέλη σε δεύτερη χρήση, μερικά από αυτά παλαιοχριστιανικά, που προέρχονται από την παραπλήσια βασιλική του Αγίου Αθανασίου ή από παλαιότερη βασιλική που προϋπήρχε στη θέση του ναού. Η δεύτερη υπόθεση στηρίζεται σε δυσδιάκριτα υπολείμματα τοιχοποιίας μπροστά στην κεντρική κόγχη και στην κόγχη του παρεκκλησίου (1).

Εσωτερικό ναού
Τα δύο κλίτη της βασιλικής διαχωρίζονται από δύο τόξα που στηρίζονται σε ένα αράβδωτο κίονα που φέρει σαν κιονόκρανο βάση ιωνικού κίονα. Η τοξοστοιχία είναι διαμορφωμένη έτσι ώστε να ενοποιεί τους δύο χώρους των κλιτών και ταυτόχρονα να στηρίζει τη στέγη και αυτό είναι ένα παράδειγμα εφαρμογής στοιχείων λαϊκής αρχιτεκτονικής των κατοικιών στην αντίστοιχη εκκλησιαστική.

Το παρεκκλήσι αποτελεί ξεχωριστή ενότητα και επικοινωνεί με τον κυρίως ναό μόνο με ένα τοξωτό άνοιγμα. Το δάπεδο του ναού είναι νεωτερικό με παλιές πλάκες και βρίσκεται περίπου 0.30 μ. κάτωθεν του φυσικού εδάφους.

Η ξύλινη στέγη είναι δίρριχτη στο κεντρικό κλίτος και στηρίζεται σε τέσσερα ζευκτά που αποτελούνται από ελάχιστα επεξεργασμένα άγρια ξύλα. Στα υπόλοιπα μέρη του ναού η στέγη είναι φυσικά μονόρριχτη.

Το τέμπλο του κυρίως ναού είναι κτιστό με πάχος κανονικού τοίχου (0.50 μ. πλάτους) που είναι χαρακτηριστικό των φτωχών ναών της περιόδου (1). Έχει δύο εισόδους μία στο κάθε κλίτος ενώ το Ιερό και η Πρόθεση επικοινωνούν μέσω τοξωτού ανοίγματος. Το τέμπλο του ανεξάρτητου παρεκκλησίου δεν αποτελεί συνέχεια του κύριου τέμπλου και το Ιερό του δεν επικοινωνεί με το Ιερό του κυρίως ναού.

Ο φωτισμός του κυρίως ναού γίνεται από ένα σχετικά μεγάλο παράθυρο του βόρειου τοίχου και δύο μικρά παράθυρα-πολεμίστρες στο δυτικό και βόρειο τοίχο (το δεύτερο είναι κλειστό). Ο φωτισμός του παρεκκλησίου γίνεται από ένα μεγάλο παράθυρο στο νότιο τοίχο.

Τοιχογραφίες υπάρχουν στα τέμπλα, στο βόρειο τοίχο, στην κόγχη του Ιερού και στο νότιο τοίχο του παρεκκλησίου. Διακρίνονται δύο φάσεις, οι παλιότερες που βάσει επιγραφής χρονολογούνται το 1803 και διατηρούνται γενικά σε καλή κατάσταση και οι αρκετά μεταγενέστερες επιζωγραφήσεις που δεν είναι πολύ καλής ποιότητας (1).

Επίσκεψη - Λειτουργίες
Ο περίβολος του ναού είναι προσβάσιμος στους επισκέπτες , ενώ τα κλειδιά για την επίσκεψη του ναού βρίσκονται στην εκκλησία «Γέννηση Χριστού» στην ενορία της οποίας ανήκει ο ναός. Πανηγυρίζει το Δεκαπενταύγουστο οπότε τελείται μέγας πανηγυρικός εσπερινός με περιφορά εικόνας και πλήθος κόσμου. Λειτουργίες τελούνται και στα εννιάμερα της Θεοτόκου, στις 23 Αυγούστου, όπως και στα Εισόδεια της Θεοτόκου, στις 21 Νοεμβρίου. Ακόμα λειτουργία τελείται την ημέρα της Υπαπαντής στις 2 Φεβρουαρίου, όπως και στις 10 Φεβρουαρίου, του Αγίου Χαραλάμπους, όταν εορτάζει το παρεκκλήσι.

Κτήτορες
Με βάση την επιγραφή που βρίσκεται στην Ωραία Πύλη ο ναός ανεγέρθηκε με συνδρομή των κατοίκων το 1803 ενώ σύμφωνα με την παράδοση ο χώρος ήταν ιερός από την τουρκοκρατία και κτήτορας του ναού ήταν ο Γιάννης Σιδέρης που έζησε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Στη συνέχεια το ναό ανακαίνισε ο γυιός του ο Χατζηγιώργας λίγο μετά την επανάσταση του 1821 ενώ επισκευές έκανε ο εγγονός του κτήτορα το 1900 (2).

Βιβλιογραφία:
(1) Εκκλησίες στην Ελλάδα μετά την Άλωση, τόμος ΙΙ, Εκδ. Ε.Μ.Π., σ. 213, Ο ναός της Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Παιανία (Παναγιά στο Λιόπεσι), Χρήστος Πανουσάκης

(2) «Ιστορία της Παιανίας και των ανατολικά του Υμηττού περιοχών», εκδ. 1973, του ιατρού Γεωργίου Δ. Χατζησωτηρίου