Ιερός Ναός Προφήτη Ηλία Υδραγωγείου Μαρκοπούλου

Ιερός Ναός Προφήτη Ηλία Υδραγωγείου Μαρκοπούλου

 

Μικρός μονόχωρος μεταβυζαντινός ναΐσκος. Κοσμείται στο εσωτερικό με τοιχογραφίες της Σχολής του Γ. Μάρκου, που έχουν όμως υποστεί φθορές και επιζωγραφίσεις. Πανηγυρίζει την 20η Ιουλίου, μνήμη του Αγίου Προφήτου Ηλιού του Θεσβίτου.

Γενικά
Το εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία βρίσκεται στην κορυφή του ομώνυμου λόφου, δίπλα στο Υδραγωγείο, βορειοανατολικά του Μαρκόπουλου, στην έξοδο της πόλης προς Βαυρώνα - Πόρτο Ράφτη, ακολουθώντας δεξιά το δρόμο προς την κορυφή του λόφου.

Το εκκλησάκι είναι κτισμένο ψηλά στο περίοπτο λόφο, κοντά και ταυτόχρονα μακριά από την πόλη, όπως ακριβώς και ο Άγιος Προφήτης του. Εδώ στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία, η καθημερινότητα χαλαρώνει τις πιέσεις της και ο νους πιο ελεύθερος αφήνεται στη δύναμη των συναισθημάτων. Το μεγαλείο του τοπίου που πανοραμικά απλώνεται στα πόδια του επισκέπτη, τον φέρνει πιο κοντά στο άνοιγμα της πόρτας του ναού.

Ο ναός βρίσκεται στο μέσο σχεδόν ενός όμορφου δεντροφυτεμένου, τετράγωνου περίβολου με επιμελημένη διαμόρφωση, πλακόστρωση, πεζούλες και περιμετρικό τοιχίο. Η είσοδος στον περίβολο γίνεται από μια πέτρινη κλίμακα και πέτρινη καμάρα.

Πρόκειται για ένα μικρό ναΐσκο της μεταβυζαντινής εποχής, με τοιχογραφίες της Σχολής του Γ. Μάρκου, στο συνηθισμένο τύπο της μονόχωρης θολωτής βασιλικής, με κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως η μεταγενέστερη επέκταση του τοίχου της πρόσοψης και κυρίως η εσωτερική θολωτή διατομή του ναού, της οποίας η καμπυλότητα ξεκινάει από το έδαφος, κάτι που δε συναντάμε σε άλλο ναό των Μεσογείων (2).

Ο ναός είναι σήμερα ανοικτός στον επισκέπτη και ανήκει στην ενορία του Αγίου Νικολάου. Πανηγυρίζει στις 20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία, με πανηγυρικό εσπερινό και θεία Λειτουργία.

Περιγραφή του Ναού
Ο Προφήτης Ηλίας είναι μια μονόκλιτη καμαροσκέπαστη βασιλική με δίρρικτη κεραμωτή στέγη. Ανατολικά καταλήγει σε μια μικρή ημικυλινδρική αψίδα χωρίς κεραμίδια, που έχει μικρή οξυκόρυφη θυρίδα κλεισμένη με ένα πλέγμα. Οι διαστάσεις του ναϋδρίου είναι 4.30 x 5.60 μ. περίπου χωρίς την αψίδα. Η μεταγενέστερη επέκταση του δυτικού τοίχου κατά 1.60 μ. εκατέρωθεν, μεγαλώνει αρκετά την πρόσοψη και διαφοροποιεί την αισθητική του. Η επέκταση αυτή, που δίνει την εντύπωση αντηρίδων στήριξης, δημιουργεί απορίες για το λόγο κατασκευής της και οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για προσπάθεια κατασκευής φαρδύτερου νάρθηκα που έμεινε ανολοκλήρωτη (1). Σε όλο το μήκος της πρόσοψης είναι μεταγενέστερα κατασκευασμένα κτιστά πεζούλια και κτιστό αναλόγιο-προσκυνητάρι, όπου τοποθετείται η εικόνα του Προφήτη την ημέρα της εορτής του και τη στολίζουν με λουλούδια.

Στο εσωτερικό του ναΐσκου εντύπωση προκαλεί η ελαφρά προς τα μέσα καμπυλότητα των τοίχων που ενοποιείται με την ημικυλιντρική καμάρα και σε συνδυασμό με το μικρό μέγεθος του ναού φτιάχνει για το εκκλησίασμα μια μεγάλη αγκαλιά που φτάνει μέχρι το έδαφος. Το τέμπλο είναι χαμηλό, αγιογραφημένο, με την Ωραία Πύλη έκκεντρη. Το δάπεδο με τετράγωνα πλακίδια και μαιανδρική διακόσμηση είναι μεταγενέστερο, ενώ επιγραφή στο μέσον αναφέρει το δωρητή και το χρόνο κατασκευής, το 1919. Τη χρονολογία αυτή έγιναν και άλλες επισκευές, όπως ίσως και το άνοιγμα του νοτίου παραθύρου που είναι και το μοναδικό άνοιγμα στον κυρίως ναό, εκτός από το παραθυράκι της κόγχης και φυσικά την είσοδο. Επισκευές στο εξωτερικό θα πρέπει να έγιναν και τα τελευταία χρόνια.

Κάποια χαρακτηριστικά στοιχεία, όπως η έλλειψη συμμετρίας, οι μικρές διαστάσεις, η τοιχοποιία από αργολιθοδομή, τα ελάχιστα αρχικά φωτιστικά ανοίγματα, η ανυπαρξία διακόσμου, το λιθόκτιστο και παράγωνο τέμπλο, κ.ά. παραπέμπουν σε δύσκολες και εσπευσμένες συνθήκες κατασκευής στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας και μπορούν να πιθανολογήσουν την κατασκευή του ναού γύρω στα τέλη 17ου με αρχές του 18ου αιώνα (1). Ο ακριβής όμως προσδιορισμός της χρονολογίας δεν είναι δυνατός, καθόσον το στοιχείο π.χ. της έναρξης της καμπυλότητος της καμάρας από το έδαφος αντιβαίνει στην ιδέα της εσπευσμένης κατασκευής, που αναφέραμε (2). Πάντως βοηθό στη χρονολόγηση έχουμε και τις αρχικές τοιχογραφίες του ναού που τοποθετούνται στο πρώτο μισό του 18ου αιώνα (1).

Εσωτερικός διάκοσμος
Το εσωτερικό του ναού ιστορήθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα, με τοιχογραφίες πολύ καλής τέχνης, από έμπειρο αγιογράφο γνήσιο εκφραστή της Ορθόδοξης εικονογραφίας, που ήταν πιθανά ο αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκος ή κάποιος μαθητής του. Σε αυτόν αποδίδονται οι τρεις αγιογραφίες του Τέμπλου και οι δύο παραπλήσιες αυτού στο βόρειο και νότιο τοίχο (ο Άγιος Ιωάννης και ο Προφήτης Ελισαίος), όπως και οι αγιογραφίες του Αγίου Βήματος, εκτός από την Πλατυτέρα στην άνω ζώνη της κόγχης του Ιερού, τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και το Άγιο Μανδήλιο, που έχουν φιλοτεχνηθεί από άλλο αγιογράφο στα τέλη του 18ου αιώνος.

Οι τοιχογραφίες του Αγίου Βήματος έχουν υποστεί μεγάλες φθορές από το χρόνο και την αιθάλη, ενώ αυτές του Τέμπλου, στην προσπάθεια αποκατάστασης των φθορών, επιζωγραφίσθησαν με λαδομπογιά, από άλλο αγιογράφο στα μέσα του 19ου αιώνα, με αποτέλεσμα να αλλοιωθούν. Αργότερα το 1919 ένας τέταρτος αγιογράφος δημιουργεί στο βόρειο και νότιο τοίχο τις τοιχογραφίες των εφίππων Αγίου Γεωργίου και Αγίου Δημητρίου, όπως των «Θεοπατόρων Ιωακείμ και Άννας».

Βιβλιογραφία: (1) Μαρκόπουλο Μεσογαίας, Εκκλησίες, Τοιχογραφίες, Πορεία στο Χρόνο, αρχιμανδρίτου Ελευθερίου-Ειρηνάρχου Θεοδώρου, Αθήνα 1994, σ. 93